ΙντερΜιλανλούδιο

(Για να διαβάσετε το προηγούμενο κεφάλαιο κάντε κλίκ εδώ)

Previously on Filth Noir Saga:

O Αλέξης Αστυνόμος  έχοντας προδοθεί  μισηθεί, γλυκοκοιταχτεί, ουισκιστεί  αλλά και έχοντας μαρτυρήσει την αυγή μιας νέας εποχής, αποφάσισε να τα γράψει όλα στον μοναδικό του πλέον όρχι και να πάει στο όρος μαλμπόρ καντούν στα σύνορα με  τις άγριες στέπες των Κτηνοβατών  Νομάδων. Όταν έμαθε όμως πως  η Σοφία  ( η μόνη γυναίκα που  τον αγάπησε)  είναι νεκρή , γύρισε από την αυτοεξορία του με σκοπό να μάθει ποιός την μετέτρεψε από πρώην  σε λίπασμα. Πριν ακόμα ξεκινήσει τις έρευνες και ενώ έπινε kill-it-with-fire στο El Pollo Mephisto, συνάντησε μια γνώριμη μορφή. Μόλις  ο τύπος αυτοσυστήθηκε ως Μήτσος Φούκας, δίδυμος αδερφός του Ντίνου Φούκα, ο Αστυνόμος ξέρασε και έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να διαβάσετε κάτι νέο στο ριμαδομπλόγκ.

Ακολουθεί νταρκ τζαζ μουσική με  σύντομες σκηνές γαματοσύνης απο την φιλθ νουάρ σάγκα (σαν κοφτοί οργασμοί  στα χούχουτα των Θεατών).  Ζοομ σε ένα πιστόλι που βρίσκεται δίπλα σε ένα φρίσμπυ και…. Φύγαμε!

Ο μορφέας είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω από τον αστυνόμο αλλά δεν τον ταξίδευε . Βρίζοντας και αγκομαχόντας τον κουβαλούσε  με αργά ταλαιπωρημένα βήματα.  Προσπερνώντας Άσχημες Αναμνήσεις, ποδοπατώντας την ανασφάλεια μια βόλτας στο πάρκο μόνο με το βρακί και συνθλίβοντας την Μόρα τη Μαυροντυμένη Μούφα οδηγούσε τον αστυνόμο προς την Αποκάλυψη:

5 χρόνια πριν στο Εστιατόριο Μαντζάρε ε Χατζάρε…

Το συγκεκριμένο ιταλικό εστιατόριο ήτανε ότι πιο σικ υπήρχε στην πόλη.  Μπορεί τα μακαρόνια  να ήταν άβραστα, οι πίτσες ξαναζεσταμένες  σε φούρνο μικροκυμάτων και γενικότερα να μη θύμιζε τίποτα από  το ξακουστό “PIZZA DELIτσιόζα” (inside pun intended) στην Πλαδαριά, αλλά ήταν πραγματικά πολύ σικ. Ακόμα και αν το καλτσόνε  έκανε το παχύ σου έντερο αουτοστράντα,το μαγαζί παρέμενε εξαιρετικά σικ. Γι’ αυτό και ο Αλέξης , που του έλειπε πολύ το σικ από την μπατσοζωή του, αποφάσισε να δειπνήσει εκεί με την Σοφία.

Ο αστυνόμος ήτανε αμήχανος. Γενικά δεν είχε συνηθίσει ποτέ τις εξόδους με το αμόρε. Η μόνιμη και σταθερή του σχέση ήταν η δουλειά του και η παράνομη η μπάρα. Τώρα όμως είχε τη Σοφία. Μέχρι και ο Ιγκόρ τον δούλευε.

-Τ-τ-τη δαγκώσατε τ-τ-τη λαμαρίνα επιθεωρητά!

-Σκάσε βλάκα!

Προσπαθούσε να την κάνει να νιώσει άνετα αλλά μόνο και μόνο που επέλεξε να βγούνε σε ιταλικό η Σοφία ένιωθε αρκετά παράξενα.

– Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ ρε Αλέξη;

– Είπα να ταράξω τα νερά της καθημερινότητας, να κάνουμε κάτι ξεχωριστό για απόψε.

– Φοβάμαι το μόνο που θα ταραχτεί,  είναι η ομαλή λειτουργία του πεπτικού μας συστήματος. Ξέρεις τις φήμες.

– Βλακείες! Να! Και ο δήμαρχος εδώ είναι με την γυναίκα του. Εγώ θα πάρω ένα καλτσόνε. Άκουσα ότι είναι μούρλια.

Εκείνη την στιγμή ο Αστυνόμος ανατρίχιασε. Σκέφτηκε πως είναι η πρώτη φορά στη ζωή του που λέει τη λέξη μούρλια. Ήμαρτον! Μα μούρλια; Στην πραγματικότητα όμως ανατρίχιασε λόγω της 6ης του άισθησης. Το μοναδικό του χάρισμα που απέκτησε όταν μικρός τον τσίμπησε γκουμάνι. Δεν έπρεπε να παραγγείλει  καλτσόνε. Η λέξη μούρλια όμως και η Σοφία τον αποσυντόνισαν.

– Εξάλλου ήθελα να μιλήσουμε και λίγο. Να χαλαρώσουμε.

– Να πούμε τι;

– Ξέρω γω; Γενικά πράματα. Για εμάς. Σου έχω πει για το γκουμάνι που με τσίμπησε μικρό;

– 10 φορές.

– Για την υπόθεση με τον βραχυκυκλωμένο δονητή. Που ήμουν ο μόνος που δε το θεώρησε ατύχημα;Αλλά ήταν οργανωμένο σχέδιο απο τον πρωήν;

– 5 φορές.

– Αυτό είναι το θέμα. Εγώ μιλάω για μένα. Εσύ τίποτα δε μου λες. Ειδικά για το παρελθόν σου. Φοβάσαι να δώσεις στοιχεία στον Αστυνόμο;

– Για κάποια πράματα ξέρεις ότι νιώθω άβολα και σου είχα πει εξ αρχήςνα σεβαστεις-

– Για την οικογένεια σου δε μου είπες ποτέ τίποτα.

-Δεν έχω να σου πω τίποτα, μοναχοκόρη μπλα μπλα μπλα.

– Χεσε με μπλα μπλα μπλα.

– Τι θες ρε αλέξη; Να χαλαρώσουμε δεν είπες; Τι μου πρίζεις τις ωοθήκες;

Ο αστυνόμος σώπασε. Για λίγο σκέφτηκε την παράνομη ερωμένη, την μπάρα, και πως τη έχει αμελήσει. Γρήγορα όμως ανασυγκρότησε τις αλκο-άμυνες και σκέφτηκε να αλλάξει θέμα:

-Σού έχω πεί πόσο μου την σπάνε οι αυτοδημιούργητοι; Όχι όλοι. Αλλά αυτοί που κάνουν κήρυγμα. Είναι οι μεγαλύτεροι ξερόλες του κόσμου. Μόνο αυτοί πονέσαν και  μόνο αυτοί χέσαν. Και έχουν επίσης και το στυλ “μπορεί να ξεκίνησα πουλώντας πατάτες στην λαϊκή αλλά πλέον που έχω δικό μου μανάβικο μπορώ να κριτικάρω τις επιλογές του Μπάγεβιτς”.

Η Σοφία τον κοίταξε γεμάτη απορία. Αν  υπήρχε μία φράση στο μυαλό της ήτανε η ¨Τι στον μπούτσο;”. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε διάπλατα τα όμορφα μεγάλα της μάτια:

– Είμαι υιοθετημένη. Δεν στο είχα πει νομίζω. Φάε τώρα το καλτσόνε  σου και έλα να πούμε για τίποτα άλλο. Ούτε για μένα ούτε για τους αυτοδημιούργητους.

….

Ο αστυνόμος ξύπνησε. Για λίγο τρόμαξε μήπως είχε φάει καλτσόνε χτες το βράδυ. Αλλά θυμήθηκε το πιώμα. Ποιος τον γύρισε σπίτι;

Σκέφτηκε το όνειρο.

A blast from the past.

Η αίσθηση G βαρούσε κόκκινο.

Ήταν πλέον σίγουρος.

Φούκας δεν ήτανε συνωνυμία.

Η Σοφία είχε δύο αδέρφια.

(Για να διαβάσετε το επόμενο κεφάλαιο κάντε κλίκ εδώ)

Advertisements

3 thoughts on “ΙντερΜιλανλούδιο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s