Θερινός Μπυρασμός

(Για να διαβάσετε το προηγούμενο κεφάλαιο κάντε κλίκ εδώ)

2 μέρες μετά…

Το καφενείο “ο Κόρακας” ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να σκεφτεί ο Αλέξης Αστυνόμος για να την μπαλέψεις για καφέ μεσημεριάτικα με την κωλοζέστη σε αυτή την πόλη. Ο χώρος αυτός καθαυτός δεν έλεγε τίποτα το σπουδαίο. Ένα μακρόστενο δωματιάκι μες στην σκόνη, ένα ψυγείο, ένας νεροχύτης, δύο ράφια, 3 τραπέζα και ένα μπρίκι που έψηνε απο καφέδες μέχρι ομελέτες. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Κόρακα ήταν η πλατεϊτσα μπροστά και πιο συγκεκριμένα ο ίσκιος που προσέφερε ο πλάτανος που βρίσκοταν στη μέση. Εκεί στίβαζε ο γερο-Κόρακας (αποτέλεσμα ενός παράνομου έρωτα μεταξύ μια πόρνης και ενός νεκροθάφτη) τρία τραπεζάκια και μπορούσες άνετα και δροσιστικά να πιεις έναν καφέ ή μια “λεμονάδα”. Κάτω απο τον Πλάτανο δύο μορφές έπιναν καφέ και συζητούσαν ήρεμα.

Ο Αλέξης Αστυνόμος  έπινε φραπέ.  Με τίποτα δεν ήταν ο αγαπημένος του καφές καθώς δεν έκανε καλή παρέα στο στομάχι του με την αλκοόλη.  Αλλά ούτε και ο ελληνικός είναι λύση για καλοκαίρι. Απέναντι του έπινε γκαζόζα ένας παλιός του φίλος ,συνάδελφος αλλά και μέντορας: ο Λεοπόλδος Πέρδας. Ο Λεοπόλδος Πέρδας ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία απο τον Αστυνόμο και είχε εδώ και 5 χρόνια βγει σε σύνταξη. Οι φίλοι του, από τότε που παντρεύτηκε μια 19χρονη τριάντα χρόνια μικρότερη του, τον φώναζαν αγαπησιάρικα Λεόν. Το Λεόν του πήγαινε πολύ, γιατί  ο Λεοπόλδος είχε και μία εκπληκτική ομοιότητα με τον Ζαν Ρενό (αν εξαιρέσουμε τις τρίχες στα αυτιά).

– Και έτσι που λες Λεόν, ξύπνησα την επομένη μέρα αλοιφή. Πόδια στο μαξιλάρι και φορούσα ακόμα το πανταλόνι. Από τότε που ξύπνησα όμως έχω μια βεβαιότητα πως αυτός και ο τομεάρχης ήταν αδέρφια της Σοφίας. Έχουν και ίδιο επίθετο.

– Μη λες μαλακίες ρε Αλέξη. Και δεν θα σε προσέγγιζε η Σοφία μετά την Ημέρα της Μεγάλης Αλλαγής; Ο αδερφός της πέθανε μετά απο μακελειό σε ταράτσα και μοναδικός που επέζησε ήταν ο πρώην της .

-Δεν μιλούσα καθόλου με Σοφία τα τελευταία χρόνια. Και ημουν και σε κόμμα μετα το συμβάν.

– Δεν θα έρχοταν σε σένα μόλις ξύπνησες;

-Δεν ξέρω. Πρέπει να τον ξαναβρώ τον Μήτσο Φούκα. Ίσως να έχει απαντήσεις.

– “Το πιο πιθανό είναι να σε ξαναβρεί αυτός. Αυτός σε πλησίασε τη πρώτη φορά. Μόνος του θα σε ξαναβρεί…ΦΥΓΕ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ!

Ο Αστυνόμος για λίγο νόμισε πως ο Λεόν το λεγε σε αυτόν. Σήκωσε το κεφάλι και είδε έναν κωφάλαλο μικροπωλητή να φεύγει περίληπος κρατώντας στα χέρια χνουδωτά μπρελόκ που αναβοσβήνουν μόνα τους και φυλακίζουν την ψυχή σου αν τα κοιτάξεις επίμονα για πάνω απο 1 ώρα.

-Χαλάρωσε Λεόν. Δε σου έκανε τίποτα ο άνθρωπος.

-Χμφ…δεν είμαι και εγώ στα καλά μου αλέξη…η Νικίτα πρέπει να βλέπει άλλον.

5 ώρες μετά…

Ο ήλιος δεν έλεγε να πέσει. Παρότι ήταν 9 η ώρα. Άλλος ένας λόγος που ο Αστυνόμος μισούσε το καλοκαίρι.Ήθελε σαν τρελός να πάει να πιει μια μπύρα να ισιώσει. Δεν ήταν και η πιο χαλαρή η συζήτηση που είχε με τον Λεόν  για το κέρατο της γυναίκας του. Περπατούσε και το τσιμέντο γυρω του εξέπεμπε  την απαλεψια της ημέρας σε μορφή θερμότητας. Ο Αστυνόμος σκέφτονταν μια παγωμένη μπύρα και του τρέχαν σχεδόν τα σάλια. Μετά απο πέντε λεπτά βρέθηκε έξω απο ένα μαγαζί που δεν θυμόταν να υπάρχει πιο πρίν. Διάβασε την ταμπέλα: Μπυρασμός. Κοίταξε να δει τον εσωτερικό χώρο: Μακρόστενος με μια ατελείωτη μπάρα. Άκουσε να δει τη μουσική παίζει: χμμ δεν την ήξερε αλλά ούτε τον χαλούσε κιόλας.

5 λίτρα μπύρας μετά..

Ο Μπυρασμός γέμισε με την γλυκόπικρη μελωδία του Crossing Over από Star of Ash. Ο αστυνόμος δεν μπορούσε να βγάλει την Σοφία απο το μυαλό του. Η μουσική δεν βοηθούσε αλλά ήξερε πως  όταν σκέφτεσε μια Γυναίκα η μουσική είναι πάντα στημένος Διαιτητής.  Καθώς δρόσιζε άσχημες και όμορφες αναμνήσεις με το έκτο λίτρο μπύρας η αίσθηση G  βάρεσε κόκκινο. Γυρνώντας είδε τον Μήτσο Φούκα να στέκεται κάτω απο την Πόρτα.

– Κάτσε. Έχουμε πολλά να πούμε.

– Ελπίζω αυτή τη φορά να μην είσαι πάλι τσόλι και να μπορέσουμε να συννενοηθούμε κύριε Μπάτσε.

– Αστυνόμος παρακαλώ.

– Κύριε “Αστυνόμε” θα ήθελα να …

– Γιατί η Σοφία δεν σε ανέφερε ποτέ; Ξέρω ότι είστε αδέρφια.

– χμμμ αδέρφια ναι αλλά όχι εξ’αίματος.

Ο Αστυνόμος κατέβασε μια γεναία γουλιά περιμένοντας περισσότερες εξηγήσεις. Ο Φούκας συνέχισε να μιλάει:

-Οι γονείς μου μετά απο 10 χρόνια γάμου δεν είχαν μπορέσει να αποκτήσουν παιδί έτσι υιοθέτησαν την Σοφία. Το πιο γλυκό κορίτσι του κόσμου και το αγάπησαν όσο τίποτε άλλο. Όταν όμως η Σοφία έγινε τριών η μάνα μου ως εκ θαύματος έμεινε έγγυος.

-Πολλές γυναικές μενουν ως εκ θαύματος έγγυες όταν απατούν για πρώτη φορά τους συζύγους τους…

– ΔΕ ΣΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΩ!!!

-Χαλάρωσε ρε τσάρλυ, πλάκα κάνω. Εξάλου εσύ το ξεκίνησες με το μπάτσος..

-Χμφ συνεχίζω. Η μάνα μου γέννησε δίδυμα.

– Εσένα και τον Ντίνο

– Ακριβώς, και τότε άλλαξαν όλα για τη Σοφία. Εμείς γίναμε το κέντρο του σύμπαντος και η σοφία έγινε του πεταματού.  Οι γονείς μου την αγνοούσαν σχεδόν εξολκλήρου. Η μόνη της διασκέδαση ήταν να κάθεται παγκότερμα όταν επαίζα μονό εγώ και ντίνος. Μόλις έγινε 18 έφυγε απο το σπίτι.

– Άσε με να μαντέψω. Εσύ όμως την αγαπούσες παρ’όλα αυτά και τη στήριζες στα κρυφά ότι και αν έκανε.

-Όχι εγώ, αλλά ο αδερφός μου. Ο μόνος που είχε κάποιες σχέσεις με την Σοφία. την αγαπούσε πολύ.

– Και τι στον μπούτσο θες απο μένα.

– Να σε βοηθήσω! Είναι αυτό που θα ήθελε ο Ντίνος αν ζούσε.

– Να με βοηθήσεις? πως? τι κάνεις στη ζωή σου;

Ο Μήτσος Φούκας άλλαξε λίγο τόνο στη φωνή του σαν να μιλάει σε γκόμενα:

– Είμαι κιθαρίστας. Παίζω σε μία μπάντα που συνδιάζει ηλεκτρονική μουσική με μέταλ αλλα αντί για μπάσσο έχει ούτι.

– Και πως λέγεται η μπάντα; Ρεμπέσκεσταιν;

– Έχεις πάλι πιει! και λες μαλακίες! Μπορεί να μην ήμουνα σκατόμπατσος όπως εσύ αλλά έχω συλλέξει στοιχεία.

– Τι στοιχεία;

Ο Φούκας αφήνει πάνω στην μπάρα έναν χαρτοφύλακα.

– Εδώ έχω τα πάντα για το κάμπινγκ αλαφροίσκιωτος. Ποιοι δουλεύουν πιοι συχνάζουν. τον Χάρτη.

– Χάρτη?

– Ναι είναι αχανες….

– Χμμμ άσε με να πιω μια μπύρα και να το σκεφτώ.

– Δε σε ξαναπάω σπίτι λιάρδα! τώρα αποφάσισε! Παλιομπεκρή!

– Οκ πάμε σπίτι μου. Να δουμε με την ησυχία μας τι στοιχεία μάζεψες Κλουζώ.

Αστυνόμος δεν μιλούσε καθόλου όσο περπατούσαν. Φρόντισε να πάνε σπίτι απο την ερημική πλευρά της πόλης.

– Γιατί ήρθαμε απο εδώ; Ρώτησε ανήσυχος ο Μήτσος Φούκας

-Για να σου πως πως λόγω του ποδιού σου δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου στο κάμπινγκ, θα με καθυστερείς;

– Γιατι?!?! Τι έχει το πόδι μου;

ΜΠΑΜ!

Ο Φούκας σωριάστηκε κάτω πιάνοντας το μπούτι του και κλαίγοντας σαν κοριτσάκι. Απο πάνω του οαστυνόμος  κρατούσε το περίστροφο  που άχνιζε ακόμα.

– Θα μου επιτρέψεις να πάρω τις σημειώσεις σου. Όπως και να καλέσω ένα ασθενοφόρο. Θα σου πάρει καιρό αλλα θα ξαναπερπατήσεις κανονικά κάποτε.

-Δε φοβάσαι μη σε καρφώσω στις Αρχές;

– Όχι, ξέρεις πως μόνο εγώ μπορώ να λύσω αυτό το έγκλημα.

Ο Φούκας τρίζοντας τα δόντια ξορκίζοντας τον απερίγραπτο πόνο που ένιωθε μάζεψε δυνάμεις να κάνει μια τεευταία ερώτηση:

– Τόσο πολύ σε πείραξε που σε είπα σκατόμπατσο;

– Αυτό δε με πείραξε καθόλου. Ήταν το μόνο που είχες δίκιο.

Ο Αστυνόμος γύρισε απο την άλλη, άναψε ένα Sante και χάθηκε μες στην νύχτα.

Advertisements

6 thoughts on “Θερινός Μπυρασμός

  1. Έσκισες για ακόμη μια φορά… Το περίμενα πως κ πως ρε μαν!
    Να σου πω είδες ξανά Λικ Μπεσον?
    Συνέχισε για να έχουμε σικουελ βιβλίο!

  2. Να ενημερώσω πως σε όλα τα επεισόδια της 2ης season μπήκαν Links που συνδέουν τον αναγνώστη με το προηγούμενο επεισόδειο αλλα και το επόμενο (εφ’όσον υπάρχει).

    @Βaqure o δρόμος για το 2ο βιβλίο είναι μακρύς γεμάτο αγγούρια και πρέπει να τον περπατήσουμε ξεβράκωτοι. Θα αξίζει όμως. Όσον αφορά τον λικ μπεσόν δεν ξαναείδα πρόσφατα καμμία ταίνία του μα τον Κραίπαλο.
    @gmargari soon…
    @Giw θα αργήσει
    @selini χαίρομαι

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s