To Τέρας του Αμφιλόχness

(Για να διαβάσετε το προηγούμενο κεφάλαιο κάντε κλίκ εδώ)

Την επόμενη μέρα το απόγευμα,λίγο έξω από το Γκρίμποβο (και όχι Γρίμποβο).

Δεν ήταν μια από τις καλύτερες μέρες του καλοκαιριού για τον μικρό Τρύφωνα. Ανέβαζε με ταλαιπωρία το ποδηλατάκι ΒΝΧ που του είχε χαρίσει ο ξάδερφος, στην μεγάλη ανηφόρα λίγο έξω από το χωριό. Η υπόλοιπη παρέα, που τον περνούσε τόσο σε ηλικία όσο και σε δυνάμεις, είχε ήδη φτάσει στην πλατεία και έτρωγε παγωτό. Η ζέστη ανυπόφορη. Ο Τρύφωνας ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν με κάθε σταγόνα ιδρώτα που εξατμίζονταν στη άσφαλτο. Θα μπορούσε να κάνει την υπερπροσπάθεια ίσως, αλλά τι νόημα είχε;  Μόλις έφτανε στην πλατεία θα τον κορόιδευαν οι υπόλοιποι για το πόσο μικροκαμωμένος και αδύναμος είναι.
Έτσι λοιπόν, στην προτελευταία στροφή πριν ξεκινήσει ο γλυκός κατήφορος, αποφάσισε να ξεκουραστεί στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα πλατάνι. Ο Τρύφωνας βυθίστηκε σε φαντασιώσεις εκδίκησης όπου μεγαλυτερότερος και δυνατοτερότερος θα έδερνε τα υπόλοιπα παιδιά και θα ίδρυε το δικό του βασίλειο τρόμου και μεγαλείου. Τις σκέψεις αυτές διέκοψε ένας ήχος μουσικής που έρχονταν απο το beyond. Κοίταξε στον δρόμο στους πρόποδες του λόφου και είδε ένα σύννεφο σκόνης να πλησιάζει. Η μουσική δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο. Πολύ αργότερα όταν έγινε 18 αναγνώρισε πως το τραγούδι ήταν το Jungling Jack  από Nick Cave and the bad seeds. Μόνο που το rythm section κάλυπτε ο σάπιος ήχος της μηχανής ενός Opel Kadett. Δεν μπόρεσε να διακρίνει τον οδηγό αλλά ήλπιζε πως θα τον ν πετούσε μια βόλτα μέχρι το χωριό. Άπλωσε το χέρι να κάνει ωτοστόπ καθώς είχε τέλεια στο μυαλό του την επική του είσοδο στην πλατεία. To αμάξι έφτασε στην στροφή με τη μουσική και την μηχανή να ουρλιάζουν με ανίερη έκσταση. Τον προσπερνάει, σπινιάρει και πετάει μια πέτρα από τον δρόμο με δύναμη στο μέτωπο του. Ο Tρύφωνας, που του χρόνου θα πήγαινε πρώτη κανονική, μονολόγησε: “Fuck my Life”.

Continue reading

Advertisements