Ιστορίες από τον Κρυπτονίτη #2: Η νύχτα που ο Ντον Τσαρλς έχασε τον έλεγχο.

(This one’s for Bill)

Ο Νικ δούλευε χρόνια νύχτα. Όταν αποφάσισε να ανοίξει το δικό του μπαρ ήλπιζε να είναι γεμάτο κόσμο που χαμογελάει, φλερτάρει, κουνιέται ρυθμικά σε μουσικές τύπου Orchestral Manuevers in the Dark και γιορτάζει την ζωή πίνοντας και κάνα ποτηράκι παραπάνω. Δεν περίμενε να γίνει το άνδρο των αποτυχημένων. Τους  θαμώνες του Kρυπτονίτη τους σιχαινόταν όλους.

Όλους εκτός από τον Ντόνυ Τσαρλς. Ο Ντόνυ πάντα έπινε όσο έπρεπε. Ο Ντόνυ μπορούσε να συζητήσει σχεδόν για τα πάντα και μάλιστα χωρίς να ρετάρει και να λέει ασυναρτησίες. Ο Ντόνυ είχε πλάκα. Ο Ντόνυ δεν εξέφραζε ποτέ την άποψη του για το πως μπορεί να πάει το μαγαζί καλύτερα. Ο Ντόνυ ομόρφαινε τον χώρο φέρνοτας τις ερωμένες του που και που. Ο Ντον παρότι άνεργος πάντα άκουγε τα προβλήματα που είχαν άλλοι θαμώνες στις δουλειές τους. Ο Ντόνυ δεν σπαζότανε.  Ο Ντον είχε κατανόηση. Ο Ντόνυ δεν έχανε ποτέ τον έλεγχο.

Σχεδόν ποτέ.

“Ντον..είσαι καλά;”

Ο Ντον δεν αποκρίθηκε. Ήταν στο έκτο ποτήρι τζιν και πάντα έπινε μέχρι τρία. Η νύχτα αυτή ήταν διαφορετική. Όλα είχαν άλλο βάρος στην ψυχή του. Ήταν μόνος εδώ και ένα χρόνο. “Νικ βάλε άλλο ένα”. Ήταν τριάντα πέντε και ζούσε από και με τους γονείς του. “Νικ βάλε άλλο ένα”.   Δεν είχε κουράγιο να ψάξει για δουλειά. “Νικ βάλε άλλο ένα”. Η παρέα του ήταν ο Νικ ο καραφλός μπάρμαν και αυτός ο ανεκδιήγητος o Τόνυ. “Νικ βάλε άλλο ένα”.  Είχε να γράψει κάτι της προκοπής πάνω από 2 χρόνια. “Νικ βάλε άλλο ένα”. Οι πραγματικοί του φίλοι είχαν χωριστεί στα μήκη και στα πλάτη της Γης. “Νικ βάλε άλλο ένα”.

Τρεις σωματοφύλακες.

Τέσσερις εποχές.

Εννέα μούσες.

Δώδεκα ποτά.

“Νικ βάλε μου ένα κομμάτι στο youtube και θα φύγω… στο υπόσχομαι…”

Ο μπαρμαν τον κοίταξε με μίσος που πρόδιδε ότι τον ενέταξε στην λίστα των αποτυχημένων.

-Ποιο θες;

-Rano… Pano… από Mogwai

Παμ παμ παραραμ…..

“Κοίτα βιντεοκλιπάρα ρε μαλάκα…κοίτα…”

Παμ παραραμ

“Θα πάρω τηλ τον Τζακ τον κολητό μου στο Βέλγιο..”

Παραραραμ παμ…

“Δεν έχω καρτα..σκατά…πάρε βιντεοκλιπάρα ρε μαλάκα σου λέω….”

Παρραραραμ ραμ….

“Nτον..ώρα για νάνι..θα σε βοηθήσω εγώ να σηκωθείς..”

Το κρύο αεράκι τον έκανε να συνέλθει κάπως. Δεν ήθελε όμως να γυρίσει σπίτι. Ήθελε να σπάσει τις γαμημένες αλυσίδες που τον κρατούσαν στο έδαφος και να πετάξει. Καθώς το Ρανο Πανο έπαιζε στο μυαλό του ακόμα, ένιωθε να απογειώνεται και να απομακρύνεται. Από τα προβλήματα. Από την καθημερινότητα. Πετούσε όλο και πιο ψηλά όλο και πιο ψηλά.

Ο Nτον έπεσε σαν σακί πάνω στο πεζοδρόμιο. Αίμα έτρεξε από το κουτελό του.

Είχε πετάξει τόσο ψηλά, που το φεγγάρι έλιωσε τα κέρινα φτερά του.

Advertisements

Ιστορίες από τον Κρυπτονίτη #1: Επιλογές Ζωής

“Το θέμα σε αυτή την ζωή είναι να συνειδητοποιήσεις ποιος είσαι, τί θες και πώς θα πορευτείς.”

Ο Τόνυ είχε πιει ήδη 4 λίτρα μπύρα και 7 ποτήρια ουίσκι εκείνο το βράδυ. Η παύση που έκανε δεν ήξερες αν ήταν επειδή ήθελε να μαζέψει  καλύτερα τις σκέψεις του ή για να σταματήσει να τα βλέπει διπλά. Το βλέμμα του σκλήρυνε. Το χέρι του αργά και σιωπηλά σαν φίδι που πλησιάζει την λεία του, προσπέρασε το τασάκι και την ηλίθια στοίβα με τα σουβέρ και αγκάλιασε το 8ο ποτήρι. Χωρίς πάγο.

” Ξέρεις… είχα δει ένα ντοκιμαντέρ κάποτε που εξηγούσε τις διαφορές αυτών των δύο… Ήταν κάτι Νορβηγοί ή Γροινλανδοί επιστήμονες δεν θυμάμαι… και μελετούσαν πώς συμπεριφέρονται από μικρή ηλικία τα κουτάβια και τα λυκόπουλα. Είχαν ένα σκυλάκι κάτι μηνών ήταν, και του έδωσαν ένα λαστιχένιο παπί. Απ’ αυτά που κάνουν σκουίκι – σκουίκ άμα τα πιέσεις. Χαχαχαχαχαχαχα. Σκουίκι Σκουίκ”

Ο Τόνυ επανέλαβε  και τρίτη  φορά την λέξη πιέζοντας το στήθος του. Μόλις ηρέμησε απ’ τα γέλια, συνέχισε.

“Το σκυλί είχε τρελαθεί  απ’ την χαρά του. Κάθε μέρα όλη μέρα έπαιζε με το παπί. Πέρασαν βδομάδες μήνες, αυτό εκεί είχε την ίδια χαρά κάθε φορά. Ένα αντίστοιχο παπί έδωσαν και στο λυκόπουλο. Ενθουσιάστηκε  και αυτό αρχικά αλλά μετά από λίγο το βαρέθηκε. Βγαίνει λοιπόν η Φινλανδή η επιστήμονας και εξηγεί πως ο σκύλος δεν ξεπερνά ποτέ το στάδιο της εφηβείας. Γι’ αυτό και δε του έφυγε ποτέ η χαρά με το λαστιχένιο το παπί. Γι’ αυτό λέει και οι σκύλοι εκπαιδεύονται, έχουν μονίμως την περιέργεια και την θέληση για μάθηση. Ο λύκος όμως ωριμάζει. Έπαιξε μία δύο, αυτό ήταν. Ήθελε κάτι άλλο, έπρεπε να συνεχίσει, να πάει μπροστά.

Παύση. Γενναία γουλιά. Ανατριχίλα. Συνεχίζει.

“Σ’ αυτήν την ζωή έχω γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο να μου λέει για όταν ήταν 18. Για τα όνειρα τους τότε και πως έτσι θα έπρεπε να είμαστε, πριν γίνουμε κιμάς από τα πρέπει της ζωής. Εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους λέω σκυλιά. Παγιδευμένοι ακόμα στην ανάμνηση της εφηβείας κλαίγονται για όσα δε θα κάνουν ποτέ.  Και αν ποτέ τα κάνουν δε θα τα χαρούν. Γιατί δεν έχουν ωριμάσει. Αυτοί εκπαιδεύονται καλύτερα απ’ όλους. Γιατί δεν είναι λύκοι.  Να προχωρήσουν πέρα απ’ τη λαστιχένια μαλακία και να βυθίσουν τα δόντια τους σε κάτι ανώτερο. Έχοντας αποτύχει, έχοντας δει παλιά τουςς όνειρα να καίγονται, και έχοντας προχωρήσσσσει μπροσσστά. Ουρλιάζοντας περήφανα….. και αψηφώνταςςςς…. την Ψυχομουνίασσση της… Σελήνηςςς.”

 

Ο Τόνυ ένιωσε πολύ ζαλισμένος. Είχε αρχίσει να τραβάει τα σίγμα. Κακός οιωνός. Έσφιξε τα δόντια για να ολοκληρώσει…

-” Το θέμα… λοιπόν… είναι… αυτό… Τι είσαι…; Σκύλοςςς… ή …Λύκοςςς; Τι είσαι;!”

 

– “Είμαι ο γαμημένος ο μπάρμαν και ήρθε η ώρα να κλείσουμε!”

 

bar-alone-588-350

Ιστορίες από τον Κρυπτονίτη

Στα βάθη της Τσιμεντένιας Ζούγκλας που λέγεται Aτενούπολη υπάρχει ένα μπαρ. Ένα μπαρ σχεδόν σαν όλα τα άλλα: Τεράστιος πάγκος, χαμηλός φωτισμός και αποτυχημένοι να ξοδεύουν τις νύχτες τους με ουίσκι, βότκα και τζιν. Κάποιος πρέπει να μιλήσει και για αυτούς. Soon…